δονώ


δονώ
[доно] ρ. вызывать колебание, вибрацию, вызывать толчок.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δονώ" в других словарях:

  • δονώ — δονώ, δόνησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δονώ — ( έω) (AM δονῶ) 1. πάλλω, τινάσσω, θέτω σε παλμική κίνηση 2. συγκινώ, συγκλονίζω αρχ. 1. παρασύρω («τὰς [ενν. βόας] οἶστρος ἐδόνησεν», Ομ. Ιλ.) 2. διαταράσσω, φοβίζω, εκπλήττω 3. (για έρωτα) εξεγείρω, ταράσσω 4. παθ. ( οῡμαι) περιστρέφομαι 5.… …   Dictionary of Greek

  • δονώ — δόνησα, δονήθηκα, δονημένος 1. τραντάζω, σείω, ταρακουνώ: Το κτίριο δονήθηκε από την ισχυρή έκρηξη. 2. μτφ., συγκινώ, συγκλονίζω: Ο θάνατός του δόνησε όλο το χωριό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δονῶ — δονέω shake pres subj act 1st sg (attic epic doric) δονέω shake pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναδονώ — ( έω) (Α ἀναδονῶ) νεοελλ. δονώ εκ νέου, φέρνω νέα αναταραχή αρχ. ανακινώ, αναταράσσω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + δονῶ] …   Dictionary of Greek

  • συνδονώ — έω, ΜΑ δονώ, συνταράζω κάτι μαζί με κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + δονῶ «πάλλω, τινάζω»] …   Dictionary of Greek

  • αδόνητος — η, ο (Α ἀδόνητος, ον) [δονῶ] αυτός που δεν δονείται ή δεν δονήθηκε, ασάλευτος, ακλόνητος νεοελλ. ασυγκίνητος, άσπλαχνος, σκληρός …   Dictionary of Greek

  • αεροδόνητος — η, ο (Α ἀεροδόνητος, ον) αυτός που δονείται, που σείεται από τον αέρα αρχ. αυτός που τινάζεται από τον αέρα σε μεγάλο ύψος, που ανεβαίνει στα ύψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀὴρ + δονῶ] …   Dictionary of Greek

  • αλιδινής — ἁλιδινής, ὲς και ἁλίδονος, ον (Α) αυτός που κλυδωνίζεται από τη θάλασσα ή μέσα σ’ αυτήν, που ρίχνεται εδώ κι εκεί, ο θαλασσοδαρμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἁλι * (< ἅλς) + δονος (< δονῶ)] …   Dictionary of Greek

  • διαδονώ — διαδονῶ ( έω) (AM) δονώ, σείω, τραντάζω πέρα ως πέρα («τὰ θεμέλια τῆς γῆς, διεδονοῡντο») …   Dictionary of Greek